ἐπιτιμίᾳ

ἐπιτιμίᾱͅ , ἐπιτίμιος
honourable
fem dat sg (attic doric aeolic)
ἐπιτῑμίαι , ἐπιτιμία
the condition of an
fem nom/voc pl
ἐπιτῑμίᾱͅ , ἐπιτιμία
the condition of an
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτιμία — ἐπιτιμίᾱ , ἐπιτίμιος honourable fem nom/voc/acc dual ἐπιτιμίᾱ , ἐπιτίμιος honourable fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίᾱ , ἐπιτιμία the condition of an fem nom/voc/acc dual ἐπιτῑμίᾱ , ἐπιτιμία the condition of an fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτιμία — ἐπιτιμία, ἡ (Α) [επίτιμος] 1. η ιδιότητα ή κατάσταση τού επίτιμου πολίτη, που απολαμβάνει όλα τα πολιτικά δικαιώματα και προνόμια («τὴν οὐσίαν ἢ τὴν ἐπιτιμίαν τινὸς ἀφελόμενος», Αισχίν.) 2. νόμιμη τιμωρία, ποινή («oἱ δὲ ἀσεβεῑς καθὰ ἐλογίσαντο… …   Dictionary of Greek

  • ἐπιτίμια — ἐπιτίμιον value neut nom/voc/acc pl ἐπιτίμιος honourable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτιμίας — ἐπιτιμίᾱς , ἐπιτίμιος honourable fem acc pl ἐπιτιμίᾱς , ἐπιτίμιος honourable fem gen sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίᾱς , ἐπιτιμία the condition of an fem acc pl ἐπιτῑμίᾱς , ἐπιτιμία the condition of an fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτιμίαι — ἐπιτιμίᾱͅ , ἐπιτίμιος honourable fem dat sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίαι , ἐπιτιμία the condition of an fem nom/voc pl ἐπιτῑμίᾱͅ , ἐπιτιμία the condition of an fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'πιτίμια — ἐπιτίμια , ἐπιτίμιον value neut nom/voc/acc pl ἐπιτίμια , ἐπιτίμιος honourable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀπιτίμια — ἐπιτίμια , ἐπιτίμιον value neut nom/voc/acc pl ἐπιτίμια , ἐπιτίμιος honourable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτιμίαν — ἐπιτιμίᾱν , ἐπιτίμιος honourable fem acc sg (attic doric aeolic) ἐπιτῑμίᾱν , ἐπιτιμία the condition of an fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτίμιο — το (AM ἐπιτίμιον) [επιτιμώ] (συνήθως στον πληθ. επιτίμια) ποινή, τιμωρία, πρόστιμο («τοῑσι δὲ παρακτωμένοισι ξεινικοὺς νόμους τοιαῡτα ἐπιτίμια διδοῡσι», Ηρόδ.) μσν. νεοελλ. τιμωρία σωματική ή χρηματική που επιβάλλει ο ιερέας ως πνευματικός σε… …   Dictionary of Greek

  • Dikastes — Dicast redirects here. For the process of casting dies with molten metal, see die casting. Dikastes (Greek: δικαστής, pl. δικασταί) was a legal office in ancient Greece that signified, in the broadest sense, a judge or juror, but more… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.